φατρία

φατρία
η
1) политическая группировка, фракция; 2) клика, банда

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "φατρία" в других словарях:

  • φατριά — φατριά̱ , φατριά brother s wife fem nom/voc/acc dual φατριά̱ , φατριά brother s wife fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατρία — η, ΝΜΑ, και αττ. τ. φρατρία, και ιων. τ. φρητρία, και φητρία, Α νεοελλ. ομάδα ανθρώπων, στους κόλπους μεγαλύτερης ομάδας, ιδίως πολιτικής, από την οποία αποχωρίζονται για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα νεοελλ. μσν. στον πληθ. οι φατρίες …   Dictionary of Greek

  • φατριά — ἡ, ΜΑ η σύζυγος τού αδελφού. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το θ. φρατρ τής λ. φράτηρ* (< IE *bhrāter «αδελφός», βλ. και λ. φατρία), με ανομοιωτική αποβολή τού ρ + κατάλ. ιά] …   Dictionary of Greek

  • φατρία — η ομάδα ανθρώπων (ή πολιτικό κόμμα) χωρίς ηθικές αρχές, οι οποίοι επιδιώκουν παράνομα και ανήθικα την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων: Οι πραξικοπηματίες αποτελούσαν στρατιωτική φατρία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρατρία ή φατρία — Σύνδεσμος γενών που κατάγονται από τον ίδιο γενάρχη και, γενικότερα, λαός που έχει κοινή καταγωγή. Στους ιστορικούς χρόνους η φ. ήταν πολιτικοκοινωνική διαίρεση του λαού. Στην αρχαία ελληνική πολιτεία, και κυρίως στις κοινωνίες των Ιώνων και των… …   Dictionary of Greek

  • φατριάν — φατριά̱ν , φατριά brother s wife fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φατριῶν — φατριά brother s wife fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καμβοσιανοί — Οι οπαδοί του Σιμόν Καμπός στη Γαλλία, από τα πιο ορμητικά και προοδευτικά στοιχεία του κόμματος της Βουργουνδίας. Η φατρία σχηματίστηκε το 1411, όταν παραφρόνησε ο διάδοχος του γαλλικού θρόνου Κάρολος ΣΤ’ και η διαμάχη ανάμεσα στους δούκες της… …   Dictionary of Greek

  • συμφατριάζω — Μ μετέχω κι εγώ σε φατρία, κάνω κι εγώ φατριαστικές ενέργειες. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + φατριάζω (< φατρία)] …   Dictionary of Greek

  • φατριάζω — ΝΜΑ, και φρατριάζω ΜΑ [φατρία / φρατρία] νεοελλ. 1. ενεργώ ως φατριαστής, δρω για τα συμφέροντα τής φατρίας στην οποία ανήκω 2. δρω υπέρ τού κόμματος στο οποίο ανήκω υπερβαίνοντας τα όρια τής νομιμότητας και τής ευπρέπειας μσν. αρχ. συνωμοτώ αρχ …   Dictionary of Greek

  • φατριακός — ή, ό, Ν [φατρία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην φατρία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»